του Γιώργου Αναστασιάδη

 

Μια δημιουργική σχέση που «έγραψε ιστορία» και έχει ακόμη απήχηση στις καρδιές των Ελλήνων.

Τριάντα χρόνια από την απώλειά του, η μνήμη του Βασίλη Τσιτσάνη παραμένει ανθεκτική σ’ αυτή την πόλη, που συνδέθηκε τόσο έντονα με τη μουσική και το έργο του.

Ο Βασίλης Τσιτσάνης στη Θεσσαλονίκη του 1938-1945: «Τάγμα Τηλεγραφητών», «Νύχτες μαγικές και ονειρεμένες» αλλά και απογεύματα σε «φίνα ακρογιάλια» στο Μπεχτσινάρ και στο Καραμπουρνάκι.

Η «Αρχόντισσα», το αλβανικό μέτωπο, η γερμανική κατοχή. Τα «Κούτσουρα του Δαλαμάγκα» το «Ουζερί Τσιτσάνης» στην Π. Μελά. Ο Μουσχουντής. Ο γάμος με τη Ζωή Σαμαρά. Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» αλλά και ο «τεκές του Σιδέρη», τα κουτούκια της Ερμού και της Αποστόλου Παύλου, η πείνα, ο ζόφος, οι μαυραγορίτες, οι ταγματασφαλίτες, η αντίσταση. Και στην εφημ. Νέα Ευρώπη η διαφήμιση: «ο δαιμόνιος  Τσιτσάνης με τις μαγικές του πενιές» στη «Φωλιά» (Βασ. Σοφίας) το 1943.

Και όλα αυτά τα κοσμογονικά και τα ανεπανάληπτα για την πόλη σου, που ώς ένα σημείο καθόρισαν και τη ζωή σου, να τα μαθαίνεις από τη μεταγενέστερη φιλολογία και «μυθολογία». Και να προσπαθείς ψηφίδα ψηφίδα να συνθέσεις το παζλ μιας δημιουργικής ―και σημαντικής για τη σύγχρονη ιστορία της Θεσσαλονίκης― συνάντησης, σε χρόνους δίσεκτους (αλλά και περίεργα συγκινητικούς), με μουσική υπόκρουση τα τραγούδια που ο Τσιτσάνης, τόσο νέος και τόσο ώριμος, έγραψε και έπαιξε στην πόλη αυτήν την εποχή.

Τραγούδια που όταν τα άκουγες πιο μικρός (στο μαγικό ραδιοφωνικό κουτί της RCA) και όταν τα ακούς και σήμερα ακόμα, επιταχύνεται ο σφυγμός σου, σαν να σε πιάνει μια γλυκιά μελαγχολία ή μια συγκίνηση που αναζωογονεί και απελευθερώνει. (Από την «Αρχόντισσα» και τις «Αραπίνες» μέχρι την «Αχάριστη», το «Μπαξέ Τσιφλίκι» και την κλασική και άφθαρτη «Συννεφιασμένη Κυριακή», αυτόν τον  εθνικό ύμνο του λαϊκού μας τραγουδιού).

Παλιές και νέες πηγές, βιβλία, δίσκοι και αφιερώματα, μας παρέχουν σήμερα πληροφορίες και υλικό για να ανακαλύψουμε και να ξαναζωντανέψουμε κάτι από τη γοητεία, αυτή την «παράξενη περιέργεια» (Ντ. Χριστιανόπουλος) που μας προκαλεί, αυτό το μοναδικό αμάλγαμα ρεμπέτικης-λαϊκής έκφρασης και συννεφιασμένου κλίματος Θεσσαλονίκης, μέσα στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία 1938-1944.

Τα θησαυρίσματα που παραθέτουμε μας δίνουν μια ενδιαφέρουσα εικόνα. Δεν μπορούν όμως να μας δώσουν όλα τα «κλειδιά» για να αποκρυπτογραφήσουμε την γλώσσα και τους κώδικες ενός κόσμου, που μοιάζει να ’ναι τόσο κοντά μας όσο και πολύ μακριά μας.

Δεν υπάρχει άλλωστε ένας μόνο Τσιτσάνης αλλά «πολλοί», ανάλογα με την οπτική γωνία και τον χρόνο προσέγγισης. Ο Τσιτσάνης του πάλκου, του τραγουδιού και της δισκογραφίας. Ο Τσιτσάνης των δημοσιογράφων και των συνεντεύξεων. Ο Τσιτσάνης των πεζογράφων και των συγγραφέων. Ο Τσιτσάνης της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ο Τσιτσάνης του Μουσχουντή και του Δαλαμάγκα. Ο Τσιτσάνης της  καθημερινής υπέρβασης. Ο Τσιτσάνης μέσα από τις προφορικές μαρτυρίες που μπορούν να συλλεγούν όσο είναι ακόμη καιρός, από ανθρώπους, συνεργάτες ή απλούς θαυμαστές, που άκουγαν από κοντά τον Τσίλα κι έχουν να καταθέσουν πολύτιμα ψήγματα λαϊκής πολιτιστικής. μνήμης.