Η γραφή, η τέχνη, τα μουσεία, η μνήμη, η απεικόνιση· όλα όσα συγκεντρώνονται σε ένα τεύχος όπως αυτό, από ανθρώπους που δούλεψαν χρόνια ολόκληρα για να δημιουργήσει ο καθένας τον μικρό ή μεγάλο κόσμο του· όλος αυτός ο θησαυρός, ο κόσμος δύο συνεχόμενων γενεών. Όπως θα τα χαρείτε διαβάζοντας, αναρωτηθείτε: αντέχουν έστω ένα λεπτό σύγκρουσης με τον πραγματικό κόσμο; Με τον κόσμο που μας περιβάλλει; Έναν κόσμο, που ανάμεσα στις άλλες συνομωσίες του απέναντι στη σκέψη και τη δημιουργία, έχει ως ευκολότερη την περιφρόνηση στον διπλανό; Όχι περι- φρόνηση στον αλλότριο κατ’ ανάγκη. Περιφρόνηση στον απέναντι, στον όμοιο. Περιφρόνηση που εκδηλώνεται στα πιο απλά και καθημερινά. Δεν μιλάμε για ανώτερες πολιτισμικές σφαίρες, όπου επόμενο είναι να μη χωράνε όλοι. Μιλάμε για τα απλούστατα· επί παραδείγματι, η μετακίνηση και οι ποικίλες συνομωσίες της. Στέκεται ο έφηβος σαν βράχος στην πόρτα του λεωφορείου και πληκτρολογεί στο κινητό του. Τον σπρώχνουν, τον σκουντάνε, τον κλωτσάνε, διαμαρτύρονται, αυτός ακίνητος και ατά- ραχος. Το κινητό Του και ο κόσμος Του μπλοκάρουν είσοδο και έξοδο. Ο εαυτός του ενάντια στο Σύμπαν. Χιλιάδες σαν αυτόν κλείνουν όλες τις διόδους μέσα στο δικό τους Σύμπαν. Ακολουθεί η συνομωσία του θορύβου. Η κυρία στον δημόσιο χώρο που εξιστορεί στη διαπασών, τηλεφωνικώς και ακατάπαυστα, επί τριάντα λεπτά, τις περιπέτειες που είχε στη λαϊκή. Κι ακολουθεί η δεσποινίς που αφηγείται στη φίλη της τις περιπτύξεις που επιχείρησε – χωρίς να είναι αφήγηση ούτε τέχνη. Όσο για τη συνο- μωσία του θράσους, όλοι έχουμε μπει σε αγοραίο όχημα. Σας έτυχε να διαμαρτυρηθεί ο άρχων του τετρατρόχου διότι ήταν μικρή η διαδρομή; Να βρωμάει το βασίλειό του και αυτός να μην ανοίγει τα παράθυρα; Κι αν αποφασίσετε να παραιτηθείτε από την αυτοκίνηση και να περπατήσετε, εκεί σας περιμένει ο δικτάτωρ των δρόμων, με τα τέσσερα ηχεία και τη μουσική στη διαπασών· να περνάει από Τσιμισκή και να τρέμουν τα τζάμια στην παραλία. Και όλοι πλέον γνωρίζουμε ότι η πιο σίγουρη εμπορική  επένδυση τείνει να γίνει η τέρμα τα μπάσα. Διασχίζεις τον πεζόδρομο Αγίας Σοφίας και ανεβοκατεβαίνει το ντουπ-ντουπ στο στομάχι, από τον συναγωνισμό των ηχητικών επενδύσεων.

Αυτά υπάρχουν. Μα υπάρχουν και τα άλλα. Όσα δημιουργούμε. Όσα συγκεντρώθηκαν σε αυτό το περιοδικό είκοσι χρόνια τώρα. Ένας τόπος είναι και τούτο μέσα στην πόλη, προσβάσιμος αλλά άθικτος από τον θόρυβο. Ίσως ο πιο αθόρυβος τόπος. Ένας τόπος να ακουμπούμε το μέτωπό μας τις στιγμές – γιατί δικαιούμαστε και τέτοιες στιγμές – που είμαστε απελπισμένοι.