του Σταύρου Ανδρεάδη

Μια υφέρπουσα χυδαιότητα είναι διάχυτη στην καθημερινή ζωή της πόλης. Την αισθάνομαι σαν μια θολή γλοιώδη μάζα, που σιωπηλά απλώνεται ολοένα και περισσότερο, καθορίζει τις συμπεριφορές των ανθρώπων και διαμορφώνει την εικόνα του δημόσιου χώρου.

Με πληγώνει πολύ και με προσβάλει η χυδαιότητα αυτή. Δεν έχω όμως τον τρόπο να αντιδράσω. Για να αντιμετωπίσεις το χυδαίο πρέπει να γίνεις χυδαίος ο ίδιος, ή να έχεις την εξουσία της ποινής. Και δεν έχω τίποτε από τα δύο. Είμαι λοιπόν αναγκασμένος να συμβιβαστώ ζώντας σε ένα περιβάλλον, που με κάνει πολλές φορές να ντρέπομαι για την πόλη μου, αλλά και για τον εαυτό μου τον ίδιο.

Θλιβεροί δρόμοι με σκουπίδια που ξεχειλίζουν από ρυπαρούς κάδους, σπασμένα πεζοδρόμια, κουρέλια από αφίσες
που κρέμονται σε κολώνες και τοίχους, σπρέι με ιερογλυφικά παντού. Και μέσα στο σκηνικό αυτό άνθρωποι που σε κοιτούν εχθρικά, σε σπρώχνουν, σου παίρνουν τη θέση και σου κλείνουν το πέρασμα του δρόμου. Σκύβω το κεφάλι και κάνω πως δεν καταλαβαίνω, λέω μέσα μου πως όλα αυτά δεν αφορούν εμένα.

Καταλαβαίνω όμως πολύ καλά και ξέρω ότι με αφορούν άμεσα. Η χυδαία αυτή συμπεριφορά που επιδεινώθηκε σοβαρά τα τελευταία χρόνια δείχνει μια κοινωνία, που έχει χάσει πια την πίστη της σε οτιδήποτε και σαν συνέπεια αυτού έχει χάσει τη συνοχή της και, κυρίως, την αυτοεκτίμησή της. Μια κοινωνία που αυτοκαταστρέφεται, λες και θέλει έτσι να τιμωρήσει κάποιους άλλους.

Σε αυτόν τον κατήφορο πρέπει επιτέλους να δοθεί ένα τέλος. Η ευθύνη όλων μας, του καθενός από εμάς, αλλά κυρίως των ανθρώπων του πολιτισμού, είναι τεράστια. Θα το καταλάβουμε άραγε αυτό;