Editorial | τεύχος 69

Όταν εσύ, που δεν υπήρξες ποτέ σου επαγγελματίας πολιτικός, αποφάσισες να ασχοληθείς με τα κοινά (αντίθετα με πολλούς από εμάς, πιο συμβατικούς και πιο δειλούς…) ήξερες καλά ότι εγκαταλείπεις τον προφυλαγμένο, ασφαλή μικρόκοσμο σου και βγαίνεις ευάλωτος σε έναν σκληρό άλλο κόσμο. Τα όνειρά σου στάθηκαν πιο δυνατά από τους φόβους σου και έτσι άνοιξες τη βαριά πόρτα. Είχες πάντα το χάρισμα να γοητεύεις. Μια ομάδα ήρθε και στάθηκε δίπλα σου, κοιτώντας όμως μόνο εσένα στα μάτια.

Γρήγορα κατάλαβες πόσο πιο δύσκολο ήταν αυτό που ήθελες να κάνεις από αυτό που ονειρευόσουν. Απέναντι σου βρήκες μια  κοινωνία σε βαθιά κρίση, τραυματισμένη από λάθη της που επέμενε να μην θέλει να παραδεχτεί, εντελώς αντιφατική. Ανθρώπους που την ανασφάλεια τους την εκδήλωναν με επιθετικότητα και πολύ συχνά με χυδαίες συμπεριφορές.

Πείσμωσες στην αρχή, έβαλες τα δυνατά σου και προσπάθησες όσο μπορούσες. Κατάφερες πολλά εκεί όπου ήσουν καλός, και απέτυχες εκεί που δεν μπορούσες. Κουβαλούσες κι εσύ όπως όλοι τον εαυτό σου και τις αδυναμίες σου.

Η ομάδα που βρέθηκε δίπλα σου δεν άντεξε και γρήγορα διαλύθηκε. Φταις σίγουρα κι εσύ γι΄ αυτό.

Ήσουν πάντα ένας μοναχικός καβαλάρης.

Πέρασαν χρόνια, που φέραν κούραση στο μυαλό και στο σώμα σου. Εκείνο όμως που ποτέ δεν έχασες, και σε θαυμάζω πραγματικά γι΄ αυτό, ήταν η πίστη στα όνειρά σου. Δεν συμβιβάστηκες ποτέ.

Και κάποια στιγμή ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Η βαριά πόρτα έκλεισε πάλι πίσω σου και τα φώτα έσβησαν. Τέλος αυτού του ταξιδιού.

Το αποτύπωμα που αφήνεις στην πόλη αυτή είναι άυλο, έχει όμως ένα τεράστιο βάρος.

Γεια σου μοναχικέ καβαλάρη…